Web Informer Button

Οι Απόψεις

Στείλτε μας τις απόψεις σας να τίς δημοσιεύσουμε.

Το Θέμα της Ημέρας .

Η ποιο σοβαρή είδηση της ημέρας.Διαβάστε εδώ .

Οικονομία .

Διαβάστε εδώ.Κατατίθενται τα πρώτα νομοσχέδια της κυβέρνησης.

Πολιτική .

Εκλογές 2015: Νικητής των εκλογών ο ΣΥΡΙΖΑ. Διαβάστε εδώ.

Εγκληματικότητα .

Μαχαιρωμένος βρέθηκε υπαξιωματικός του στρατού στην Κάρπαθο.Διαβάστε εδώ.

Κοινωνικά .

Πώς κατανέμονται οι 40000 θέσεις στους Δήμους.Διαβάστε εδώ.

Τοπικά νέα .

Ολα τα νέα της περιοχής μας. Διαβάστε εδώ.

Περιβάλλον .

Σύνοψη της νομοθεσίας της Ευρωπαικής Ένωσης.Διαβάστε εδώ.

Οι άλλες μας ιστοσελίδες.


Σας ευχαριστούμε για την επίσκεψη .!!
========================================
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΠΕΡΑΙΑΣ


Ήταν αρχές του Αυγούστου 1923 όταν οι πρόσφυγες σαν ανθρώπινο κοπάδι από γέρους, γριές, άνδρες, γυναίκες, αγόρια και κορίτσια έφτασε με κάτι σαπιοκάραβα στη Σαλονίκη τους κατεβάσανε στο απολυμαντήριο και τους περάσανε καραντίνα, γιατί στο μεταξύ μέσα στο πλοίο η κυρά Σουλτάνα του Ρέγκου πέθανε και φοβήθηκαν από τύφο.  
Τους Γαλατιανούς τους προόριζαν να πάνε στα Καϊλάρια, τη σημερινή Πτολεμαΐδα, και από ‘κεί σε ένα εγκαταλελειμμένο τουρκοχώρι, το Τσορ, που τώρα λέγεται Γαλάτεια. 
Αρκετές οικογένειες έφυγαν για τα Καϊλάρια. Άλλοι αρνήθηκαν και όπως αφηγείται ο Αλέκος Ματζάρης αποφασίστηκε να εγκατασταθούν σε ένα μέρος παραθαλάσσιο ανατολικά της Θεσσαλονίκης
«Ο μεγάλος αδελφός της μάνας μου, ο Απόστολος, ο μπάρμπας ο Χατζής μαζί με  το θείο μου τον Καραγάτσογλου, που ήταν ψαράς στο επάγγελμα και είχε φέρει το καΐκι του μαζί, πιάσανε τον πατέρα μου.
- Νικολάκη, εμείς στα Καϊλάρια δεν πάμε. Μας είπαν ότι μπορούμε να πάμε απέναντι, σε κάτι ακατοίκητους τεπέδες(λόφοι) και λέμε αύριο να πάμε να τους δούμε.
Πήγαν και γύρισαν ενθουσιασμένοι, κυρίως γιατί μορφολογικά ο τόπος της τωρινής Περαίας θύμιζε το Γαλατά.
 Έτσι, στις 10 Σεπτεμβρίου 1923 (23 Σεπτεμβρίου με το νέο ημερολόγιο), κατά το σούρουπο, με το καΐκι του Καραγάτσογλου φτάσαμε στην παραλία.
 Ήμασταν οι πρώτοι κάτοικοι του τόπου. 
Δυσκολευτήκαμε να αποβιβαστούμε, γιατί η ακτή είχε βουνά από φύκια. 
Ο πρώτος, που πάτησε το πόδι του στην ακρογιαλιά ήταν ο μπάρμπας μου ο Χατζής. 
Μετά άρχισαν να βγαίνουν οι άλλοι. Σύνολο είκοσι ψυχές. 
Είμαστε ντυμένοι με κουρελιασμένα ρούχα και σε τσουβάλια, που κουβαλούσαμε στην πλάτη, είχαμε όλο το βιός μας, δηλαδή κάτι ξεροκόμματα ψωμιού, λίγα αμύγδαλα, σταφίδες και σκεπάσματα, που από την απλυσιά και την πολλή χρήση είχαν μαυρίσει. Είχε ένα πανέμορφο ηλιοβασίλεμα, μα ποιος το ‘βλεπε! Λίγο πιο πάνω από την ακροθαλασσιά, ξαπλώσαμε εξαντλημένοι σε ένα πλάτωμα και κλαίγαμε.
- Πού ήρθαμε μέσα στην ερημιά; Αφήσαμε όλα μας τα καλά και ήρθαμε σ’ έναν τόπο γεμάτο κολλιτσίδες, αγριοσυκιές, γκορτσιές και αγρίμια, που μόλις έπεσε το σούρουπο άρχισαν να ουρλιάζουν. Ο παππούς μου ο Παπαγιάννης, αυτός ο σεβάσμιος γέροντας παπάς, γύριζε και μας έδινε θάρρος.
- Ο Θεός δεν την μπορεί την τόση αδικία και θα μας βοηθήσει, έλεγε.
- Λες, βρε πατέρα; του είπε θείος Απόστολος. Τι κάναμε και μας βασανίζει τόσο αυτός ο Θεός;
- Απόστολε, μη βλαστημάς. «Άγνωστοι γαρ αι βουλαί του Κυρίου».
- Μας φόρτωσε δυο διωγμούς, έναν πόλεμο, διαλύθηκαν οικογένειες, ρημάξανε σπίτια, ολόκληρα χωριά σβήσανε από το χάρτη. Γιατί;
Όλοι μέναμε σιωπηλοί, ο καθένας βυθισμένος στις σκέψεις του. Ανάψαμε φωτιά, κάναμε έναν κύκλο γύρω της και προσπαθούσαμε να καταλάβουμε πού βρισκόμαστε και τι θα κάναμε. Το βράδυ προσπαθήσαμε να κοιμηθούμε, μα στάθηκε αδύνατο από το σμήνος των κουνουπιών που όρμηξε πάνω μας. Πρωί-πρωί πήραμε την ρεματιά για να πάμε στον απέναντι λόφο, όταν ο Θανασός, που πάντα ξεχείλιζε από ζωηράδα και προπορευότανε, φώναξε:
- Να ένα σπίτι, όχι, δυο σπίτια μπροστά μας! Το ένα σπίτι, δεξιά απ’ το ρέμα, ήταν του Θανάση Καρρά και το άλλο, αριστερά, ήταν το σπίτι του Αγγελοχωρίτη Γιάννη Πανδίρη, που από τον Πρώτο Διωγμό ήρθε σ’ αυτό το μέρος και ρίζωσε. Έξω από το σπίτι του ένας τεράστιος πλάτανος ποτιζότανε από το νερό της βρύσης του Πανδίρη, που έτρεχε συνεχώς και ξεχείλιζε τρεις γούρνες, απ’ όπου ποτίζονταν τα ζωντανά. Ακριβώς πάνω από τις ποτίστρες, δέσποζε ένα μεγάλο τετράγωνο κιόσκι, για να ξεκουράζονται τα πρόβατα κάτω από τη σκιά του, ανοιχτό ολόγυρα, με τέσσερις κολόνες που στήριζαν την κεραμοσκεπή του. Ο μπαρμπα-Γιάννης, όταν φάνηκε να έρχεται από την παραλία τόσος πολύς κόσμος, βγήκε να δει ποιοι ήταν. Και ξαφνικά βλέπει Γαλατιανούς που τους περισσότερους τους γνώριζε
- Καλώς τον Παπαγιάννη! Γεια σου, Χατζή! Βρε Νικολάκη, και συ εδώ;
- Καλώς σε βρήκαμε, Γιάννη! Βλέπεις, Απόστολε, ο Θεός μάς έστειλε το σημάδι του. Για πες μας, Γιάννη, μια και είσαι χρόνια εδώ, προς τα πού πρέπει να πάμε;
- Θα πάτε στο λόφο που βρίσκεται δυτικά από την επόμενη ρεματιά. Το ρέμα έχει μπόλικο νερό και ο λόφος είναι μακριά από τα τσαΐρια που έχουν στάσιμα νερά γεμάτα κουνούπια. Έτσι, με τις συμβουλές και τις οδηγίες του Γιάννη Πανδίρη, μεταφερθήκαμε στο λόφο, όπου σήμερα βρίσκεται το χωριό μας. Μέχρι το τέλος Οκτωβρίου είχαν έλθει γύρω στις πενήντα οικογένειες Θρακιωτών και είκοσι οικογένειες Μικρασιατών, γι’ αυτό το πρώτο όνομα του νέου χωριού ήταν Καλλίπολη, με το οποίο έγινε γνωστό στα γύρω ντόπια χωριά.
Στις αρχές του Οκτώβρη ήρθαν ο Εποικισμός και η Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων (ΕΑΠ). Μας έφεραν μόνο σκηνές, ρυμοτόμησαν τα 624 στρέμματα του λόφου και μοίρασαν με κλήρο τα οικόπεδα. Μοίρασαν τους κλήρους σε τρεις σακούλες, μία για κάθε ράτσα, για να γίνουν οι γειτονιές σύμφωνα με τον τόπο καταγωγής των κατοίκων. Ξεκινώντας από την ανατολή, οι δυο πρώτοι δρόμοι (σήμερα Αγν. Στρατιώτου και Μ. Αλεξάνδρου) δόθηκαν σε Μικρασιάτες, που η καταγωγή τους ήταν από τα Καράμπουρνα. Οι επόμενοι τρεις δρόμοι (σήμερα Κύπρου, Μεταμορφώσεως, Κων/πόλεως) σε Θρακιώτες, που κατάγονταν από τη χερσόνησο της Καλλίπολης, και οι δυο τελευταίοι (σήμερα Σμύρνης και Εθν. Συμφιλίωσης) σε Σμυρνιούς, που ήρθαν από τα χωριά Τζιμόβασι και Σεβντίκιοϊ. Για να γίνεται ευκολότερη η συνεννόηση, κάθε ράτσα είχε τον πρόεδρό της, οι Θρακιώτες τον Κωστή Ζόπτσο, οι Καραμπουρνιώτες το Γιώργο Καρακώστα, οι Τζιμοβαλήδες τον Τζώρτζη Γεωργιάδη.
. Ώσπου να τελειώσει όμως το 1923, οι θρακιώτικες οικογένειες έφτασαν τις ογδόντα, ενώ οι μικρασιάτικες τις εκατό, οπότε άρχισε ο καβγάς για το όνομα.
Οι συνθήκες διαβίωσης τον πρώτο καιρό ήταν απερίγραπτες. Στοιβαγμένοι σε σκηνές, στερούμασταν και τα πλέον απαραίτητα είδη πρώτης ανάγκης. Χωρίς ρούχα, χωρίς σκεπάσματα, είχαμε να αντιμετωπίσουμε την ελονοσία και τη φυματίωση, που άρχισε σιγά-σιγά να μας θερίζει, καθώς και άλλες αρρώστιες. Φάρμακα πουθενά, γιατρός κανένας! Δεν μας έφταναν όλα αυτά, μα ήμασταν αντιμέτωποι και με δυο άλλους απρόβλεπτους παράγοντες, το βαρδάρη και το χειμώνα. Ο βαρδάρης ήταν αέρας πρωτόγνωρος για μας. Όταν έπιανε, σάρωνε στο διάβα του ό,τι έβρισκε. Κι αν, όπως λέγανε, «ήταν με τα παιδιά του», κρατούσε μέρες κι έφερνε μαζί βροχή ή χιόνι, που έκαναν τη ζωή μας μαρτύριο. Μάλιστα «σαν αγναντινά», το χειμώνα του 1923, όπως έλεγε η μάνα μας, άρχισε να χιονίζει από τα τέλη του Νοέμβρη μέχρι τον Απρίλη του 1924! Και τι χιόνι, ένα μπόι, να χάνεσαι μέσα του, να μουσκεύεις και ο βαρδάρης να σε πιρουνιάζει! Το πως αντέξαμε και στήσαμε αυτό το πανέμορφο χωριό είναι μια άλλη ιστορία.»
                                                                                
ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΜΑΤΖΑΡΗΣ
Απόσπασμα από το βιβλίο « Χαμένες γενιές χαμένες αγάπες»

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΟ ΓΑΛΑΤΑ ΤΗΣ ΚΑΛΛΙΠΟΛΗΣ.(Απόσπασμα από το βιβλίο του Α,Ματζάρη)

Την παραμονή των Χριστουγέννων στο Γαλατά βγαίναμε τα παιδιά και λέγαμε τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα, παίρνοντας αράδα όλα τα σπίτια του χωριού. Συνήθως είμαστε παρέα και μοιράζαμε το καλάντισμα23, αλλά είχε και μονοφαγάδες που πήγαιναν να τα πουν μόνοι τους. 
Μας δίνανε το μπαξίσ’ μας, που συνήθως ήταν καρύδια, αμύγδαλα, σύκα, γλυκά και σπάνια κάνα μετζίτ’24. 
Για να πηγαίνουμε σε περισσότερα σπίτια και να είμαστε από τους πρώτους, κουτσουρεύαμε τα κάλαντα και λέγαμε λιγοστούς από τους ακόλουθους στίχους:

Χριστουγεννιάτικα κάλαντα
Χριστούγιννα, πρωτούγιννα, πρωτογιορτή του χρόνου!
 Ιβγάτι, διέστι, μάθιτι πως ου Χριστός γιννιέτι.
Την Παναΐα φύλαγα και το Χριστό κινούσα
και την κερά την Παναϊά την ιπαρακαλούσα
, για να μι δώσει τα κλειδιά, κλειδιά του παραδείσου,
ν’ ανοίξου τουν παράδεισου, να τόνε σουριανίσου.
Καθώς τουν εσουριάνιζα, είδια
 τσι τρεις μάγοι γονατ’στοί στη φάτνη του,
 Αυτόν να προσκυνούνε.
Βαλτάσαρ, η μαυριδιρός, τη σμύρνα εκεί απλώνει,
 γιατί έτσι σε ούλους μας τον άνθρωπο δηλώνει.
Η Μελχιόρ, η γέροντας, χρυσάφι του δωρίζει,
γιατί μεγάλο βασιλιά Αυτόν αναγνωρίζει.
Η Γάσπαρ, ως η πιο μικρός, Τ’ αφήνει το λιβάνι,
γιατί σι ούλους έδειξε πως σα Θεό Τον βάνει.
διέστι, μάθιτι, τώρα Χριστός γιννιέτι,
 γιννιέτι κι ανατρέφιτι στου μέλι και στου γάλα.
Του μέλ’ του τρών’ οι άρχουντις, του γάλα οι αφεντάδις
και του μιλισσουβότανου του λούζ’νται οι κιαράδις26.
Δώστι μιλισσουβότανου σ’ ούλα τα παλικάρια,
για να του φάν’, για να του πιουν, να κρέν’νε27 και του χρόνου.
Αφέντη μ’, αφεντάκη μου, δέκα φορές αφέντη,
αφέντη μου στην αφεντιά σ’ χρυσή καντήλα φέγγει.
 Αν βάλ’ς του λάδ’ και του κερί, φέγγεις την κάμαρά σου
 κι απ’ τα παναθύρια σου φέγγεις τη γειτονιά σου.
Αν βάλ’ς και περ’σότερο, φέγγεις τουν κόσμου ούλου.
Κιαρά μ’ καμαροτράχηλη και γαϊτανοφρυδούσα
 κιαρά μου, σα στολίζεσι να πας στην εκκλησιά σου,
κάμνεις τουν ήλιου πρόσωπο και το φεγγάρ’ αγκάλη,
 βάνεις και τον αυγερινό ασ’μένιο δαχτυλίδι.
Κιαρά μ’, η θυγατέρα σου, η ακριβή σου κόρη
να ’χει τα μάτια σαν ιλιές, τα φρύδια σα γαϊτάνι,
να ’χει τα ματουτσάμπουρα28 σαν της ιλιάς τα φύλλα,
να ‘χει και μακριγιά μαλλιά σαράντα πέντι πήχις.
Κιαρά μου, τόνε γιόκα σου, τον μοσχοκανακάρη,
να σ’ αξιώσει ο Θιός παπά να τόνε κάνεις,
να μπαινοβγαίν’ στις εκκλησιές τις μαρμαρουστρουμένις.
Ιμείς ιδώ δεν ήρταμι να φάμι και να πιούμι
ιμείς σας αγαπούσαμι κι ήρθαμι να σας δούμι.
Δώστι μας και τον κόκορα, δώστι μας και την κότα,
δώστι μας και πεντ’ έξι αβγά να πάμι σ’ άλλη πόρτα.
Ιδώ που τραγουδήσαμι, πέτρα να μη ραγίσει
κι η νοικοκύρης του σπιτιού πολλούς χρόνους να ζήσει!

Εκείνη τη χρονιά με τα καλά μαξούλια29 και τα μεγάλα μπερεκέτια, ίσως επειδή ήμουνα κι εγώ στο σπίτι, κάναμε τις καλύτερες γιορτές. Έλαμπε το σπίτι με χριστουγεννιάτικα στολίδια και οι γυναίκες μας ετοίμαζαν τα χριστόψωμα. Ζύμωσαν το καλύτερο αλεύρι με γλυκάνισο και με μαγιά που γινόταν από ξεραμένο βασιλικό, προσθέσανε σπόρους, που είχανε για σπορά την άνοιξη (πεπόνι, καρπούζι, ντομάτα), αν έβρισκαν, κομμάτια από φλούδα πορτοκαλιού ή μαχλέπι, λίγο σουσαμόλαδο και το αφήσανε να φουσκώσει. Μετά τη χωρίσανε σε τόσα κομμάτια, όσα ψωμιά θέλανε να κάνουνε, τα ξαναπλάσανε, στολίσανε το καθένα μ’ ένα σταυρό, ώστε να πιάνει όλη την επιφάνεια, στη μέση βάλανε ένα άσπαστο καρύδι κι από πάνω τα πασπαλίσανε με σουσάμι, τα βάλανε σε πινακωτές μέχρις ότου ξαναφουσκώσουν και μετά τα έψησαν. Το χριστόψωμο, λέγανε, ήταν το ψωμί που έγινε με συνταγή της Παναγίας και ζήτησε να της το κάνουνε, όταν ήταν ετοιμοθάνατη. Αποβραδίς την παραμονή, στο τραπέζι μας έβαλαν τα εννιά πιάτα, που συμβόλιζαν τους εννιά μήνες που ο Χριστός έμεινε στην κοιλιά της Παναγίας, νηστίσιμα φαγητά στολισμένα με σέλινο, μαϊντανό, άνηθο, δυόσμο. Στη μέση το πιάτο με τα χριστόψωμα, δίπλα ένα ποτήρι κρασί και τρία ψωμιά για την Αγία Τριάδα, όπου στο καθένα ήταν μπηγμένο ένα κερί μελίσσιο. Όλοι καθίσαμε γύρω από το τραπέζι, η μάνα μας άναψε τα κεριά και μετά με το θυμιατό θυμιάτισε στη σειρά πρώτα το τραπέζι, μετά τα φαγητά, τη γιαγιά Ανέζω, την οικογένεια, το σπίτι μας, το μαγαζί, τις αποθήκες, τους στάβλους και, τέλος, τα ζώα. Μόλις τέλειωσε, ήρθε και κάθισε στο τραπέζι κι ανέλαβε ο πατέρας να ολοκληρώσει τη γιορτή. Έβγαλε από την τσέπη του την παραδοσακκούλα, τηνάφησε πάνω στο τραπέζι και είπε:

- Αυτοίνοι είν’ οι παράδες του Χρστού. Θα πάν’ στ’ σπουδές τ’ Αλέξανδρου. Αφού φάγαμε, σηκώθηκε ο πατέρας, πήρε το ποτήρι το κρασί και το θυμιατό, έριξε λίγο κρασί στη γωνία του σπιτιού που βρισκόταν πιο κοντά, προς τη μεριά της εκκλησίας, κι έβαλε το θυμιατό στο τζάκι, όπου θα έμενε όλο το Δωδεκάμερο, πριν να ξαναγυρίσει στο εικονοστάσι. 
Αφήσαμε στο τραπέζι λίγο από όλα τα φαγητά, μετά το πήγαμε κάτω από τα εικονίσματα, να τα ευλογήσει ο Χριστός, για να έρθουν οι ψυχές και τα τελεσίμια τη νύχτα να φάνε. 
Το πρωί φάγαμε χριστόψωμα, αλλά η μάνα μας κράτησε ένα πιάτο γεμάτο για το βραδινό τραπέζι, ένα πιάτο για την παραμονή του Αγίου Βασιλείου κι ένα πιάτο για την παραμονή των Φώτων. 
Μερικά από τα χριστόψωμα που ψήσαμε, τα μοιράσαμε στην γειτονιά και σε συγγενικά μας σπίτια. Ανήμερα πήγαμε όλοι στη λειτουργία των Χριστουγέννων και ο παππούς μου με έβαλε να ψάλλω τον Απόστολο. «Αδελφοί, ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, εξαπέστειλεν ο Θεός τον Υιόν…». Ίσως εξαιτίας αυτού έγινα και ψάλτης.
Τα Χριστούγεννα είχε μαγειρέψει η μάνα μας καπούσκα, χοιρινό κρέας με λάχανο, γιατί το είχαν σε καλό. Όλα τα σπίτια έτρεφαν γουρούνι, την παραμονή το έσφαζαν και παίρνανε το κρέας και το αίμα του. 
Από το κρέας χωρίζανε το καθαρό λίπος, που το παστώνανε και κάνανε το λαρδί30, ενώ το υπόλοιπο το τσιγαρίζανε, βγάζανε το βούτυρο της χρονιάς και τις τσιγαρίδες31. Με το αίμα έβαζαν μια βούλα στο μέτωπο των μελών της οικογένειας, για να μην τους τσιμπούν κουνούπια και να μην τους πιάνει η ελονοσία ή η ευλογιά, λέγανε.

23. Καλάντισμα: εδώ, η είσπραξη από τα κάλαντα. 24. Μετζίτι (τουρκ.): τούρκικο ασημένιο νόμισμα του σουλτάνου Αβδούλ Μετζίτ (18391861), το 1/5 της λίρας, ίσο με 20 γρόσια ή 80 μεταλλίκια. Λέγεται και ‘κοσάρι.

25. Γρεκάτι (ιδιωμ. θρακ.): γροικάτε (αρχ. αγροικάτε), ακούστε. 26. Κιαράδις (ιδιωμ. θρακ.): κυράδες. 27. Κρέν’νε (ιδιωμ. θρακ. <κρίνουν): απαντούν, λένε. 

28. Ματουτσάμπουρα (ιδιωμ. θρακ.): ματοτσίνορα, ματόφρυδα. 29. Μαξούλι (τουρκ.): παραγωγή, σοδειά, εισοδήματα. 30. Λαρδί: παστό χοιρινό λίπος. 31. Τσιγαρίδες: καβουρντισμένα κομματάκια χοιρινού, διατηρημένα μέσα σε λίπος.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ
‘ΧΑΜΕΝΕΣ ΓΕΝΙΕΣ  ΧΑΜΕΝΕΣ ΑΓΑΠΕΣ΄’  ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΠΑΛΤΑ
ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΑΤΖΑΡΗΣ

Παρουσίαση βιβλίου Αντώνη Ματζάρη το Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου ώρα 19:00 στο ΚΑΠΠΑ στην Περαία.

Η παρουσίαση θα γίνει στο ΚΑΠΠΑ 2000 
24 Σεπτεμβρίου 
ημέρα Σάββατο και ώρα 7μμ

Με ομιλητές τους
1.      Δήμαρχος Γιάννης Μαυρομάτης.

2.      Παναγιώτης Εσκίογλου, τ. καθηγητής στο Τμήμα Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του ΑΠΘ

3.      Χρίστος Τσόγκας, τ. καθηγητής του ΤΕΙ Θεσσαλονίκης, τ. πρόεδρος της ΕΥΑΘ.

        4. Άγγελος Σιδηρόπουλος Αρχιτέκτων μηχανικός- διακοσμητής Πρόεδρος Συλλόγου Προσφύγων Αν. Θράκης Αγ. Τριάδας

    5. Πάνος Ιατρόπουλος, δικηγόρος

    6.  Νίκος Παπαδόπουλος, τ. βουλευτής Σουηδίας

Την εκδήλωση θα πλαισιώσει το μουσικό σχήμα «ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΡΕΙ» 

ΠΑΣΧΑΛΙΑ ΣΤΟ ΓΑΛΑΤΑ (από το βιβίλο του Αντώνη Ματζάρη).

Για μας το Πάσχα ήταν και είναι η πιο μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης, γιατί δεν σήμαινε μόνο τα Πάθη και την Ανάσταση του Χριστού, αλλά, όπως και το σιγοψιθυρίζαμε, την ανάσταση του Γένους. Ειδικά, όσοι από μας τους Ρωμιούς ζούσαμε στη Τουρκία, πιστεύαμε στις προφητείες του Κοσμά του Αιτωλού. Γι’ αυτό βέβαια φρόντιζαν και οι παπάδες στις εκκλησιές, μεταξύ αυτών και ο παπα-Παναγιώτης, που με τα κηρύγματά τους λέγανε ότι «ήγγικεν η ώρα» που θα γινόμαστε ελεύθεροι, αφού το 1912 θα είχαμε τις δυο Πασχαλιές και τα δυο καλοκαίρια.
    Στο μεταξύ, η μάνα μου με τις αδελφές μου και τη γιαγιά Ανέζω είχαν κάνει τις ετοιμασίες της Μεγάλης Εβδομάδας. Αρχίζοντας από το Σάββατο του Λαζάρου, ζύμωσαν τους λαζάρηδες, δηλαδή κουλούρια με τη μορφή του Λάζαρου, και το απόγεμα τα κορίτσια του χωριού ντυμένα με κόκκινα φορέματα –οι λεγόμενες Λαζαρίνες–, κρατώντας ένα πανέρι με λουλούδια και βάγια, χτύπησαν τις πόρτες των σπιτιών τραγουδώντας

Βάγια, βάγια, τω βαγιώ,
τρώνι ψάρια και κολιό
και τ’ν άλλ’ Κυριακή ιγώ
τρώγου του κόκκινο αβγό.

    Από το πρωί της Κυριακής των Βαΐων πήγε όλη μας η οικογένεια στην εκκλησία για να πάρουν βάγια, φύλλα δάφνης που μοίραζε ο παππούς ο Παπαγιάννης. Απ’ αυτά μερικά τα βάλανε στο εικονοστάσι για το ξεμάτιασμα και μερικά τα κράτησαν για τα βαγιοχτυπήματα, μια και στον τόπο μας οι γυναίκες το ‘χουν αντέτι40 να χτυπούν με βάγια τις εγκύους, για να λευτερωθούν πιο εύκολα.
    Στο Γαλατά, φυσικά και στο σπίτι μας, νηστεύανε τα παιδιά και τα κορίτσια, αρχίζοντας από τη Μ. Δευτέρα για ένα τριήμερο, μέχρι τη Μ. Τετάρτη, οπότε κοινωνούσαν. Για τα κορίτσια πιστεύανε ότι σε νηστική καρδιά πιάνει η ευχή να βρουν γαμπρό, τον οποίο θα μπορούσαν κιόλας να ονειρευτούν, άμα έβαζαν αποβραδίς κάτω από το προσκεφάλι ένααρμυροκούλουρο41.
    Ειδικά τη Μ. Τετάρτη ο παππούς μου έκανε ευχέλαιο στο σπίτι μας, μα και σε άλλα σπίτια. Ευλογούσε όσα αβγά ήταν να βάψουμε και το αλεύρι, με το οποίο θα κάναμε το προζύμι για τα κουλούρια και τα πρόσφορα που θα πήγαιναν στην εκκλησία. Από αυτά έριχνε ο παπάς μικρέςβούκες42 στη θεία κοινωνία της Μ. Πέμπτης, τα λεγόμενα μαργαριτάρια.

    Έφτασα στο χωριό τη Μ. Πέμπτη και πρόλαβα το βάψιμο των αβγών. Στο σπίτι μας οι γυναίκες βάφανε τα αβγά με κόκκινη μπογιά, που τη βγάζανε από διάφορα φυτά, κυρίως όμως με φλούδες κρεμμυδιών. Γεμίζανε το τσουκάλι με στρώσεις εναλλάξ από φύλλα ή φλούδες και αβγά και τα βράζανε. Όσο βάφανε τα αβγά, κρεμούσαν έξω από το παράθυρο ή στο μπαλκόνι ένα κόκκινο πανί, το κοκκινοπεφτιάτικο. Όσες μέρες αυτό ήταν κρεμασμένο εκεί, δεν άπλωναν ρούχα, γιατί το θεωρούσαν κακό σημάδι.
    Τα αβγά από μαύρη κότα τα βάφουν πρώτα και το πιο μεγάλο απ’ αυτά το βάζουν στο εικονοστάσι και το βγάζουν στην αυλή μαζί με την πυροστιά, όταν πιάνει μπόρα, για να διώξουν το χαλάζι.
    Τη μπογιά των αβγών την κρατούσαν σαράντα ημέρες, επειδή πίστευαν ότι είναι το αίμα του Χριστού και δεν την έχυναν, μόνο την παράχωναν.
    Η γιαγιά Ανέζω μάς είπε πώς έγινε και οι Χριστιανοί βάφουν τα αβγά: «Όταν αναστήθηκε ο Χριστός, άρχισαν οι μαθητές Του να το διαδίδουν δεξιά και αριστερά, αλλά πολλοί δεν το πίστεψαν. Η Μαγδαληνή συνάντησε μια φίλη της που κρατούσε ένα καλάθι με αβγά και της είπε ότι ο Χριστός ανέστη. Αυτή δεν το πίστεψε και  της είπε:
 - Θα πιστέψω αυτό που μου λες, αν τα άσπρα αβγά που έχω στο καλάθι μου γίνουν κόκκινα. Τότε μονομιάς τα αβγά άλλαξαν χρώμα και κοκκίνησαν!»
    Επίσης η γιαγιά Ανέζω μάς μάθαινε όλες τις μέρες το ρυθμικό τραγουδάκι της Μεγαλοβδομάδας:
Μεγάλη Δευτέρα – μεγάλη μαχαίρα. 
Μεγάλη Τρίτη – μεγάλη κρίση.
Μεγάλη Τετάρτη – μεγάλη ζάλη.
Μεγάλη Πέφτη – σειέται ο ουρανός και πέφτει 
Μεγάλη Παρασκευή – ο Χριστός στη φυλακή.
Μεγάλο Σάββατο – ο Χριστός στο θάνατο.
Κυριακή του Πάσχα – ο Χριστός ανάστα!

    Εμείς τα παιδιά πιο πολύ φχαριστιόμασταν τη Μ. Πέμπτη, όταν ζύμωναν στο σπίτι μας τα τσουρέκια. Πλάθανε μερικά σε πλεξούδες, που στην κορυφή τους βάζανε ένα κόκκινο αβγό, μερικά σε κουλούρες, σε σχήμα σταυρού, με τέσσερα κόκκινα αβγά στις άκρες και ένα άσπρο στη μέση, που το τρώγαμε ανήμερα του Πάσχα, ενώ τα τσόφλια τους τα παραχώναμε στα αμπέλια, για να τα προφυλάξουμε, λέει, από το χαλάζι.

    Στην αγρύπνια της Μ. Πέμπτης, εκείνη τη χρονιά πήγα κι εγώ με τις αδελφές μου για το στόλισμα του Επιταφίου, που τον κάναμε πιο όμορφο από ποτέ, γιατί όπως είπε ο παππούς μου φέτος είναι διπλή Πασχαλιά.
    Τη Μ. Παρασκευή πήγαμε όλοι οικογενειακώς στην εκκλησία και όλοι μαζί συνοδέψαμε με αναμμένα κεριά, ψέλνοντας τα εγκώμια, την περιφορά του Επιταφίου σε όλους τους δρόμους του χωριού. Την ώρα που περνούσε ο Επιτάφιος, οι νοικοκυρές βγάζανε στην εξώπορτα ένα πιάτο με φυτρωμένους σπόρους και το ξαναπαίρνουν μέσα στο σπίτι τα ξημερώματα.
    Όταν γυρίσαμε τον Επιτάφιο μπροστά στην είσοδο της εκκλησίας, έγινε η αναπαράσταση των «κεκλεισμένων θυρών». Ο παππούς μου παρίστανε τον Χριστό μπροστά στις πόρτες της κόλασης και έψελνε τους στίχους του Δαυίδ: «Άρατε πύλας, οι άρχοντες υμών, και επάρθητε πύλαι αιώνιοι και εισελεύσεται ο Βασιλεύς της δόξης…». Ο μπαρμπα-Μήτρος Χατζηφωτίου, ο ψάλτης, από μέσα παρίστανε το διάβολο και προσπαθούσε να εμποδίσει τον παπά να μπει στο ναό. Τελικά ο παππούς μου έσπρωξε με δύναμη την πόρτα της εκκλησίας και μπήκε μέσα ως λυτρωτής των αμαρτωλών.
    Όταν είπα τον παππού μου πώς ήταν δυνατόν να είναι ο διάβολος μέσα στον ιερό ναό του Θεού και πώς κατάφερε να νικήσει το μπαρμπα-Μήτρο, που ήταν πιο νέος και διπλάσιος από εκείνον, μου είπε:
 - Αλέξανδρε, μη ερεύνα!
    Το… «πίστευε» το παρέλειψε.

    Το Μ. Σάββατο απ’ το πρωί η μάνα μας ετοίμασε το πασχαλινό τραπέζι. Έστρωσε ένα καινούργιο κεντητό τραπεζομάντιλο, έβαλε στο κέντρο του μέσα σε μια τσανάκα τα κόκκινα αβγά και σ’ ένα κάνιστρο τα τσουρέκια, ένα για τον καθένα μας. Το βράδυ με μελίσσιο κερί στο χέρι, πήγαμε στην εκκλησία για να πάρουμε το αναστάσιμο φως. Μόλις ο παππούς μου έλεγε το «Δεύτε, λάβετε φως» σπεύδαμε να πάρουμε τ’ άγιο φως από το χέρι του. Λίγο αργότερα, μαζί με τον παπα-Παρασκευά, μέσα σε μεγάλο σαματά και φασαρία, βροντοφωνάζανε το «Χριστός ανέστη».
    Εκείνη τη χρονιά, εκτός από το «Χριστός ανέστη», ακούστηκε από μερικούς –κατά τον πατέρα μου θερμοκέφαλους– και το «Ελλάς ανέστη» ή το «Ρωμιός ανέστη»!

    Το αναστάσιμο φως με τα κεριά το μεταφέραμε στο σπίτι μας και πριν περάσουμε το κατώφλι, σταυρώσαμε πρώτα το ανώφλι της εξώπορτας και μετά ανανεώσαμε το φως της καντήλας που θα την κρατούσαμε αναμμένη όλο το χρόνο.
    Μετά, στο τραπέζι, ψάλαμε τρεις φορές το «Χριστός ανέστη»,τσουγκρίσαμε τα αβγά και φάγαμε τη μαγειρίτσα. Στο σπίτι, εκτός από το γεμιστό αρνί του Πάσχα, κάνανε γαλατόπιτα, μαμαλίνγκα, μαϊντί43 και πινίρ χαλβά.
  
    Εκείνη η Λαμπρή του 1912 ήταν ξεχωριστή για όλους τους Έλληνες, μια και όλοι πιστεύανε την προφητεία της διπλής Πασχαλιάς και αυτό φάνηκε ανήμερα το Πάσχα, όπου για πρώτη φορά κάψανε τον Οβριγιό, ένα ομοίωμα του Ιούδα, κάνανε λιτανεία των εικόνων και όλοι γλεντήσανε περισσότερο από κάθε άλλο Πάσχα.

    Όλο το γιορταστικό πενθήμερο, που ήμουνα στο χωριό, έτρεμε το καρύδι μου μήπως η κυρία Ροδάνθη είπε στον πατέρα μου για τις συναντήσεις με τη θεία Έλλη, όμως απ’ ό,τι φάνηκε, μάλλον δεν του μίλησε, αφού εκείνος δεν έδειξε να ξέρει τίποτε. Φυσικά και εγώ δεν του είπα ότι την είδα, γιατί εξ αιτίας αυτού ήμουν σίγουρος ότι θα με σταματούσε από το σχολείο.
    Έτσι, την Τρίτη του Πάσχα έφυγα ανακουφισμένος για την Καλλίπολη.

Η φιλελληνική λογοτεχνία στον Ιταλικό Ρομαντισμό

Στην άρτια τεκμηριωμένη αυτή μελέτη του G. Muoni με τίτλο: Η φιλελληνική λογοτεχνία στον Ιταλικό Ρομαντισμό, αναδεικνύεται η παρουσία της ιταλικής φιλελληνικής λογοτεχνίας κατά την περίοδο του ιταλικού ρομαντισμού και πώς η ελληνική ιστορία υπήρξε δυναμική πηγή έμπνευσης των έργων της περιόδου.

Η επιμέλεια της έκδοσης έγινε από την Ada Boubara, Επίκ. Καθηγήτρια του Τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ και η μετάφραση από τον Σπύρο Κουτράκη.

Μόλις κυκλοφόρησε!

ΧΑΜΕΝΕΣ ΓΕΝΙΕΣ, ΧΑΜΕΝΕΣ ΑΓΑΠΕΣ (Η Οδύσσεια ενός πρόσφυγα Θρακιώτη)

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ 2ο ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΜΑΤΖΑΡΗ 
ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ

Μόλις τέλειωναν οι γιορτές των Χριστουγέννων άρχιζαν οι ετοιμασίες για την Πρωτοχρονιά.
Όπως τα Χριστούγεννα έτσι και την Πρωτοχρονιά βγαίναμε και λέγαμε τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα περιμένοντας να καζαντίσουμε.
Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά
ψηλή μου δεντρολιβανιά
κι αρχή καλός μας χρόνος
ικκλησά με τ' άγιο θρόνος.
Αρχή που βγήκε ο Χριστός
άγιος και Πνευματικός,
στη γη να πιρπατήσει
και να μας καλοκαρδίσει.
Άγιος Βασίλης ίρχετι,
κι ούλους μας καταδέχιτι,
από την Καισαρεία,
συ' σαι αρχόντισσα κυαρία.
Βαστά εικόνα και χαρτί
ζαχαροκάρνο, ζυμωτή
χαρτί και καλαμάρι
διες και με-διες και με του παλικάρι.
Το καλαμάρι ίγραφε,
τη μοίρα του την ίλεγε
και το χαρτί-και το χαρτί ομίλει
Άγιε μου-άγιε μου καλέ Βασίλη.
Του χρόνου μας αρχή καλή
και ο Χριστός μας προσκαλεί
την κακία ν' αρνηθούμι
μ' αρετές να στολιστούμι.
Να ζούμι βίον τέλειον
κατά το ευαγγέλιον
με αγάπη με ειρήνη
και με τη δικαιοσύνη.
Χρόνια πολλά και ευτυχή
με καθαρά κι αγνή ψυχή
με χαρά και με υγεία
και με θείγια ευλογία.
Κάθε προπαραμονή και παραμονή όλο το χωριό μοσχοβολνούσε από ψητά γιατί δεν έμνισκε σπίτι που να μη κάνει βασιλόπιττα και πίτες, μόνον όσοι πενθούσαν δεν έκαμναν. Από γλυκά τα ποιο συνηθισμένα ήταν ο πινίρ χαλβάς* και η μαμαλίγκα*.
Η βασιλόπιττα ήταν πίττα φυλλωτή. Τα φύλλα τα άνοιγαν με την φλομαροσαΐτα* και η γέμιση, που ήταν πλιγούρι έμπαινε  ανάμεσα στα φύλλα και εκεί  η μάνα μας έχωσε μέσα τον παρά και άλλα σημάδια. Ο παράς μπορεί να ήταν γρόσι, δυάρι ή κάρτο ή ελληνικό νόμισμα, όπως εμάς οι πίττες εκείνη τη χρονιά είχαν μέσα τους, θυμούμαι, δραχμές του 1910, που στον πατέρα μας είχε δώσει ο παπά Παναγιώτης γιαυτό το λόγο.
Από σημάδια η μάνα μας έβαλε πελεκούδι από την πόρτα και κλαρί για το σπίτι, κουκί και στάρι για τα χωράφια, σταφίδα για το αμπέλι, κομματάκι τυρί για τα πρόβατα και άχερο για τα γελάδια το άλογο και το γαϊδούρι.
Τη σταύρωσε τρεις φορές, ύστερα την άλειψε με αυγό και φρόντισε με το ζυμάρι να τη στολίσει με διάφορα σχέδια και ξόμπλια.
Σε αυτήν, που θα έκοβαν το βραδύ μετά το βραδινό τραπέζι σχεδίασαν στη μέση ένα Β από το όνομα του Άη Βασίλη, στην άλλη που θα έκοβαν ανήμερα το μεσημέρι σχεδίασαν ΝΜ από τα αρχικά του νοικοκύρη. 
Σε όσους συγγενείς ή γείτονες πενθούσαν έστειλαν κομμάτια πίττα, που την έκοβαν με το χέρι, γιατί το μαχαίρι συμβόλιζε το θάνατο.
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς το βράδυ βάλαμε στο τραπέζι 9 λογιών φαγητά, πολλών λογιών οπωρικά, στη μέση τοποθετήσαμε τη βασιλόπιττα, το πιάτο με τα χριστόψωμα, ένα ποτήρι κρασί και ένα κερί αναμμένο σε ένα από τα ψωμιά. Όλοι  καθίσαμε γύρω στο τραπέζι. O πατέρας μας, αφού φάγαμε σταύρωσε τρείς φορές την βασιλόπιττα την αγίασε γιατί μόνο έτσι μπορούσε να την κόψει με το μαχαίρι. Πρώτα ξεχώρισε το κομμάτι του Αϊ Βασίλη, μετά το δικό του, της μάνας μας, της γιαγιάς Ανέζως, των παιδιών από το μεγαλύτερο στο μικρότερο, του σπιτιού, των χωραφιών και των ζώων.
Ο παράς έπεσε στη γιαγιά Ανέζω και  όλα τα παιδιά πήγαμε από σεβασμό και της φιλήσαμε το χέρι.
Τον παρά, που τον έλεγαν βασιλεμένο, τον ρίξαμε μέσα στο ποτήρι με το κρασί ήπιαμε όλοι από λίγο και ευχηθήκαμε. Και του χρόνου τα καλλίτερα.
Βάλαμε τον παρά στα εικονίσματα του σπιτιού για να τον ευλογήσει ο Χριστός και εκεί το αφήσαμε μέχρι τον άλλο χρόνο.
Τα μεσάνυχτα η γιαγιά Ανέζω άνοιξε για λίγο να τρέξει το νερό της βρύσης, γιατί, λέγανε, σύμφωνα με το έθιμο σ’ αυτόν που πέφτει ο παράς ανοίγει τη βρύση να τρέξει η ευτυχία σαν το νερό.
ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ


Χρόνειρα-Μία εναλλακτική παρουσίαση βιβλίου

Οι Πρότυπες Εκδόσεις Πηγή και η συγγραφέας Γαρυφαλλιά Τεπελένη σας προσκαλούν στην πρώτη παρουσίαση του νέου μας βιβλίου με τίτλο «Μια βραδιά και έναν καιρό».

Για το βιβλίο εκτός από την συγγραφέα, θα μιλήσουν οι: Γεωργία Κανέλλου (θεολόγος-φιλόλογος) και η Κωνσταντίνα Μόσχου (συγγραφέας), ενώ αποσπάσματα του βιβλίου θα ζωντανέψουν οι: Θεώνη Τσούρμα (ηθοποιός), Βικτώρια Γόμπου (ηθοποιός) και Μαριλένα Κατσίκη, χορεύτρια από την σχολή μπαλέτου της Βασ. Κυπριώτου.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Το τελευταίο λεπτό της μεγαλύτερης και πιο έντονης στιγμής της ζωής σου! Εκείνο που γεννήθηκες και πέθανες… Που ήρθες και έφυγες… Που χαμογέλασες και έκλαψες, που πέταξες, αλλά γκρεμίστηκες! Αέρας που έκλεψε την τελευταία ανάσα σου. Το άρωμα που ξεχειλίζεις, αλλά που ο ίδιος δεν θα φτάσεις ποτέ να μυρίσεις. Η κατάρα να κουβαλάς αιώνια την ευχή σου! Και έπειτα, ο κόσμος μου με γύρισε πίσω στο μαυρόασπρο φόντο του. Όλα τα σύννεφα του ουρανού μου, γκρίζα και βαριά, έφτιαξαν ξανά μια σκιά για να κατατρέχω. Εκείνη η καλοκαιρινή θάλασσά μας βυθιζόταν μέσα στο ρόδινο μονοπάτι του δειλινού της και το παραμύθι μου είχε τελειώσει, πριν φτάσω στο «και έζησαν αυτοί καλά…

Λίγα λόγια για την συγγραφέα 
Η Γαρυφαλλιά Τεπελένη γεννήθηκε στην Αθήνα τον Δεκέμβρη του 1978 όπου και κατοικεί μέχρι σήμερα… Από παιδί με ένα πινέλο στο χέρι ζωγράφιζε τον κόσμο που φανταζόταν και έμπαινε μέσα του να τον τρέξει. Σήμερα σαν ζωγράφος άφησε για λίγο στην άκρη τα χρώματα και έπιασε την πένα. Επειδή τώρα πια αυτό που λείπει είναι το παραμύθι… Το “Μια βραδιά και έναν καιρό” είναι το πρώτο της βιβλίο. Και  ένα βιβλίο μπορεί να μην αλλάζει τον κόσμο αλλά σίγουρα τον μεταμορφώνει.
Πού: Κινηματοθέατρο Έφη (Βασιλικών 6, Κηπούπολη, Περιστέρι)
Πότε: Κυριακή 29 Μαρτίου, 19:00
ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ

Ένα ακόμη βιβλίο των Πρότυπων Εκδόσεων Πηγή
Με την εμπειρία της δημιουργικής ομάδας του iWrite
www.pigi.gr | 211 01 26 900 - 2311 27 28 03 | info@pigi.gr

Η Ουρανία στη Γη - ένα παραμύθι για το Asperger

Οι εκδόσεις iWrite και η ειδική παιδαγωγός Λία Καδέρογλου σας προσκαλούν στην πρώτη μεγάλη παρουσίαση του νέου μας βιβλίου με τίτλο "Η Ουρανία στη Γη", ένα πολύ ιδιαίτερο παραμύθι για το Σύνδρομο Asperger στα κορίτσια.

Εκτός από την συγγραφέα για το βιβλίο θα μιλήσει 
η Γλυκερία Γκρέκου (εκπαιδευτικός-συγγραφέας). Στα πλαίσια της παρουσίασης θα πραγματοποιηθεί δωρεάν ενημερωτικό εργαστήριο.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Επιτρέψτε μου να σας συστηθώ! Είμαι η Ουρανία και κάνω το ταξίδι μου εδώ στη Γη… Απορώ,
μπερδεύομαι, γελώ, στεναχωριέμαι, χαίρομαι, αγαπώ και σε αυτό το βιβλίο που κρατάτε περιγρά-
φω σημεία και στιγμές από τη ζωή μου.
Σας μιλώ για τη ζωή μου, όχι γιατί μου αρέσει να μιλώ για μένα αλλά γιατί θέλω να γνωρίσετε τον κόσμο
μου. Πιστεύω ότι το ξένο και το διαφορετικό συνήθως μας μπερδεύει γι αυτό είναι σημαντικό να το κατα-
νοήσουμε. Μπορεί να είμαι ένα κοριτσάκι με σύνδρομο Asperger, όμως πάνω απ’ όλα είμαι ένα κοριτσάκι,
παιδί του ίδιου Θεού όπως όλοι…

Λίγα λόγια για την συγγραφέα
Η Ευθαλία Καδέρογλου είναι Ειδική Παιδαγωγός από το 1992 με μεταπτυχιακές σπουδές στην Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση και στην συμβουλευτική PCA από τα Πανεπιστήμια Manchester και Strathclyde.
Έχει εργαστεί σε διάφορες θέσεις ευθύνης στον τομέα της Ειδικής Αγωγής και της Πρώιμης
Οικογενειοκεντρικής Παρέμβασης στον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα. Υπήρξε επιστημονικός συνεργάτης στο Νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία» ενώ το ερευνητικό της έργο για το αυτιστικό φάσμα έχει δημοσιευθεί στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Είναι πιστοποιημένη εκπαιδεύτρια εκπαιδευτών και επιμορφώτρια εκπαιδευτικών στα θέματα του αυτιστικού φάσματος.
Η Ευθαλία είχε την ευτυχία να εργαστεί με πάνω από 2000 οικογένειες και παιδιά με διαταραχές αυτιστικού φάσματος σε διαγνωστικό και κυρίως εκπαιδευτικό επίπεδο. Είναι τ. Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Ειδικών Παιδαγωγών και ιδρυτικό μέλος του εθελοντικού ιντερνετικού ραδιοφωνικού σταθμού της ΣυνAνθρωπίας www.starclassic.gr


ΠΟΤΕ; Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2014 στις 20.00 

ΠΟΥ; cafe Poeta (Αριστοτέλους 34)
 
Ένα ακόμη βιβλίο των Εκδόσεων iWrite
Με την εμπειρία των Πρότυπων Εκδόσεων Πηγή
www.iWrite.gr | 2311 27 28 03 | info@iwrite.gr

Safari με ένα Ποδήλατο - νέα βιβλιοπαρουσίαση

Οι Εκδόσεις iWrite και ο συγγραφέας Gareth Trewartha σας προσκαλούν στην πρώτη μεγάλη εκδήλωση παρουσίασης του νέου μας βιβλίου με τίτλο "Safari με ένα ποδήλατο: Περιπέτειες ενός παιδιού στην Αφρική" που θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 9 Απριλίου στο cafe Ζώγια (Κομνηνών 18 | Λουλουδάδικα) στη Θεσσαλονίκη.

Για το βιβλίο, εκτός από τον συγγραφέα θα μιλήσει o Άγγελος Γρόλλιος (φιλόλογος) και ο Δημήτρης Λαγός (εικονογράφος).

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου...
Το τοπίο, η άγρια φύση, οι περιπέτειες και οι συνθήκες διαβίωσης στο κτήμα του παππού μου όπου μεγάλωσα, καθώς και τα ταξίδια, τα safari, και η διαμονή σε διαφορετικές χώρες της Αφρικής λόγω της δουλειάς του πατέρα μου, σημάδεψαν τη ζωή μου. Η ανατροφή από τη γιαγιά μου ήταν καθοριστική και τα διδάγματά της με επηρέασαν και διαμόρφωσαν την προσωπικότητά μου.
Το ποδήλατο ήταν το μέσο που μου έδωσε τη δυνατότητα να κάνω κρυφές εξορμήσεις και να ανακαλύψω σημεία τα οποία διαφορετικά δεν θα είχα τη δυνατότητα να γνωρίσω, να παρατηρήσω άγρια ζώα με απόλυτη αφέλεια, αγνοώντας τους πιθανούς κινδύνους. Γνώρισα από κοντά τους ιθαγενείς, αν και η αποικιοκρατική νοοτροπία άτυπα απαγόρευε τέτοιου είδους επαφές. Έζησα στιγμές πραγματικής ελευθερίας, χωρίς τα δεσμά του περιορισμού των μετακινήσεών μου, αλλά βίωσα και την επικοινωνία με ανθρώπους που με βοήθησαν να αξιολογήσω ανεπηρέαστα τη σχέση μου με αυτούς, στο περιβάλλον όπου ζούσαν.

Γνωρίστε τον συγγραφέα...
Ο Gareth Trewartha γεννήθηκε στην Τανζανία της ανατολικής Αφρικής από μητέρα Ελληνίδα και πατέρα Βρετανό. Τα πρώτα του χρόνια μεγάλωσε στο κτήμα του παππού του στους πρόποδες του Kilimanjaro. Στη συνέχεια λόγω της εργασίας του πατέρα του έζησε σε διάφορες χώρες της Ανατολικής Αφρικής. Στα δώδεκα του χρόνια οι γονείς του αποφασίζουν την οριστική μετοίκηση τους στη Βρετανία.
Σπούδασε διοίκηση επιχειρήσεων. Ταυτόχρονα φοίτησε σε δραματική σχολή και σε ωδείο. Τελειώνοντας τις σπουδές του εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα και ασχολήθηκε με τον τουρισμό. Ίδρυσε τουριστική επιχείρηση ειδικεύοντας στον εναλλακτικό τουρισμό. Τα τελευταία χρόνια ασχολείται με θέματα που αφορούν το φυσικό περιβάλλον, τον φυσιολατρικό τουρισμό και τις ποδηλατικές εκδρομές.
 

ΠΟΥ; cafe Ζώγια (Κομνηνών 18 | Λουλουδάδικα | 2310244702)

ΠΟΤΕ; Τετάρτη 9 Απριλίου στις 20:00

Μία δημιουργία των Εκδόσεων iWrite 
Με την εμπειρία των Πρότυπων Εκδόσεων Πηγή
www.iwrite.gr 2311 27 28 03 | info@iwrite.gr

Παρουσιάζεται στην Αθήνα το νέο βιβλίο του Σπ.Κουζινόπουλου.

Την Τρίτη 4 Φεβρουαρίου, στις 20:30, στο βιβλιοπωλείο του ΙΑΝΟΥ στην Αθήνα (Σταδίου 24), γίνεται παρουσίαση του νέου βιβλίου του δημοσιογράφου και συγγραφέα Σπύρου Κουζινόπουλου «Οι μεγάλες πολιτικές δολοφονίες στη Θεσσαλονίκη του 20ου αιώνα», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΙΑΝΟΣ. Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο Πρόεδρος της Δημοκρατικής Αριστεράς, Φώτης Κουβέλης, οΚοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ, Παναγιώτης Λαφαζάνης και ησκηνοθέτις Ράϊα Μουζενίδου. Τη συζήτηση συντονίζει η δημοσιογράφος και βουλευτής της Ν.Δ. κ. Σοφία Βούλτεψη.


H Θεσσαλονίκη σημαδεύτηκε στη διάρκεια του 20ου αιώνα ως η πόλη των πολιτικών δολοφονιών, καθώς σε σκοτεινές περιόδους της νεότερης ιστορίας της, οργανώθηκαν και εκτελέστηκαν μεγάλα οργανωμένα πολιτικά εγκλήματα, τα περισσότερα των οποίων ελάχιστα εξιχνιάστηκαν και οι ηθικοί τους αυτουργοί δε βρέθηκαν ποτέ.
Ο βασιλιάς Γεώργιος o A΄, ο Αμερικανός δημοσιογράφος Τζορτζ Πολκ, το ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ, πρώην υπουργός Γιάννης Ζεύγος, οι βουλευτές της ΕΔΑ Γρηγόρης Λαμπράκης και Γιώργης Τσαρουχάς και ο αγωνιστής του αντιδικτατορικού αγώνα Γιάννης Χαλκίδης, ήταν τα θύματα αυτών των εγκληματικών ενεργειών
Η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε τόσο κατά τη διάπραξη, όσο και τη συγκάλυψη των φυσικών και ηθικών αυτουργών, παρέμενε σχεδόν η ίδια. Λες και οι δολοφονίες αυτές σχεδιάζονταν και εκτελούνταν από έναν κοινό εγκέφαλο, αν και το πρώτο έγκλημα από το τελευταίο απείχε  πάνω από μισό αιώνα.
Με βάση την πολυετή έρευνα που έκανε ο συγγραφέας στους δικαστικούς φακέλους των έξι αυτών πολιτικών δολοφονιών που διαπράχθηκαν στη Θεσσαλονίκη στη διάρκεια του περασμένου αιώνα, διαπίστωσε έκπληκτος ότι σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις, υπήρξε ένα πλήθος απίθανων συμπτώσεων και απίστευτων περιστατικών, που αυτά τελικά, και όχι η επιδεξιότητα ή η καπατσοσύνη των αστυνομικών αρχών, ήταν που οδήγησαν στον εντοπισμό των δολοφόνων. Και δίχως εκείνες τις συμπτώσεις, ίσως να μη γινόταν ποτέ γνωστή η ταυτότητα των δραστών, ενώ οι ηθικοί αυτουργοί παραμένουν μέχρι σήμερα στο σκοτάδι.

Με τα στοιχεία που παρουσιάζει ο Σπύρος Κουζινόπουλος, τις μαρτυρίες, το ανέκδοτο υλικό, τα ντοκουμέντα και σημαντικές αδημοσίευτες μέχρι σήμερα φωτογραφίες, φωτίζονται επαρκώς και οι έξι αυτές συνταρακτικές πολιτικές δολοφονίες που συγκλόνισαν τη Θεσσαλονίκη στη διάρκεια του 20ού αιώνα.

Απόσμασμα Νο2 από το νέο βιβλίο του Αντώνη Ματζάρη "Ο θείος μου Αλέκος".

ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Η ΓΑΛΑΤΙΑΝΗ

Ένα χιλιόμετρο έξω από το Γαλατά βόρεια, πηγαίνοντας προς το Μπαΐρ υπάρχει το ξωκκλήσι της Αγίας Παρασκευής της Γαλατιανής.

Δίπλα υπήρχε ένας τεράστιος πλάτανος όπου από τις ρίζες του ανάβλυζε νερό που το θεωρούσαν αγίασμα. 
Κτίστηκε πάνω στα θεμέλια παλιού αρχαίου ναού και λέγανε διάφορες ιστορίες για τον τρόπο που χτίστηκε και για τα θαύματα που έκανε.

Στα χρόνια που βασίλευε στη Κωνσταντινούπολη ο σουλτάνος Αχμέτ ο Γ’ ένα τελεσίμι στο Γαλατά της Καλλίπολης ήρθε στον ύπνο μιας σεβάσμιας αρχόντισσας  και της είπε:

Να χτίσετε μια εκκλησία στην πηγή του πλάτανου όπου βρίσκονται τα χαλάσματα ειδωλολατρικού ναού. Για να μπορέσει όμως να στεριώσει πρέπει να ανακατέψετε στα υλικά και την ιστορία του τόπου.

Την άδεια για να χτιστεί την έδιναν οι Οθωμανοί και έβαλαν τον όρο να είναι μικρός και το χτίσιμο να διαρκέσει μια βδομάδα αλλιώς έπαιρναν την άδεια πίσω.

Από τα χαράματα της πρώτης μέρας και μέχρι που σκοτείνιασε στάθηκε αδύνατο να φτιάξουν λάσπη με το νερό της πηγής και να ξεκινήσουν τα θεμέλια. 
Τη δεύτερη μέρα τα ίδια. Οπότε τους συνομπήκε αυτό που είπε το τελεσίμι το ανακάτεμα των υλικών με την ιστορία του τόπου. 

Κάτσανε το λοιπόν την Τρίτη μέρα οι Γαλατιανοί και βάλανε κάτω την ιστορία του τόπου για να βρούνε άκρη. Τον τόπο τους μέχρι και σήμερα τον λένε οι αιγός ποταμοί και το λόφο που χτιζότανε η εκκλησία λόφο της αιγός.

Για να έχει ο τόπος αυτό το όνομα και από όλη την περιοχή μόνο εκεί να υπάρχουν κοπάδια από κατσίκια πάει να πει ότι η ιστορία του τόπου έχει σχέση με τα κατσίκια. 

Κάποιοι πρότειναν να κάνουν λάσπη με αίμα από σφαγμένα κατσίκια μα έτσι θα καταστρέφανε τα κοπάδια. 
Ένας πρότεινε να κάνουνε λάσπη με γάλα κατσίκας. Και τα υλικά δέσανε.

Την τέταρτη μέρα φέρανε όλα το κοπάδια τα άρμεξαν και με το γάλα τους φτιάξανε τη λάσπη που χρειάστηκε για να χτιστεί η εκκλησία.
Τις τέσσερεις μέρες που απόμειναν από τα χαράματα μέχρι τη δύση του ηλίου όλο το χωριό βοηθούσε και κατάφεραν να την τελειώσουν.

Αφού με θαύμα κτίστηκε η Αγία Παρασκευή η Γαλατιανή θαύματα θα έκανε.

Από τότε όσες γυναίκες δεν μπορούσανε να κάνουνε παιδιά πηγαίνανε και κάνανε μπάνιο με το αγίασμα  νερό της πηγής και αμέσως μένανε έγκυες.

Επίσης όσες δεν είχανε γάλα μετά από τη γέννα πηγαίνανε και πλένανε τα βυζιά τους με το αγίασμα και αμέσως τους ερχόταν το γάλα.

Κάποιοι που τους άρεσαν τα μασάλια λέγανε πως μερικοί τσομπαναραίοι πηγαίνανε και κάνανε μπάνιο στη πηγή της Αγίας Παρασκευής τις στέρφες κατσίκες για να γκαστρωθούν και τις νεογέννητες για να κατεβάσουν γάλα.


Απόσπασμα Νο1 από το νέο βιβλίο του Αντώνη Ματζάρη "Ο θείος μου Αλέκος".

Η ΓΙΑΓΙΑ ΑΝΕΖΩ ΚΑΙ ΤΑ ΤΕΛΕΣΙΜΙΑ

Στο σπίτι μας υπήρχε μια κάμαρη, όπου ζούσε μόνη της μια γριούλα, που τη φωνάζαμε γιαγιά Ανέζω  και όλοι μας της δείχναμε σεβασμό και αγάπη.
Ήταν πρώτη ξαδέλφη του παππού του Θανάση από τη μεριά της μάνας του και τη φωνάζαμε γιαγιά χατζούδα, αφού τον πατέρα της αλλά και όλους  που ανήκαν στην ανώτερη κοινωνική τάξη του Αϊβαλιού, τους είχανε δώσει το παρανόμι χατζής*.
Γεννήθηκε μέσα στα πλούτη και καθώς ήταν έξυπνη έμαθε γράμματα γιατί  ήθελε να γίνει δασκάλα, αλλά αγάπησε ένα ναυτικό, ένα κοντραμπατζή*, και παρ’ όλες τις απαγορεύσεις και τις αντιρρήσεις των δικών της κλέφτηκε  μαζί του και τον παντρεύτηκε.
Ο πατέρας της την αποκλήρωσε και το μερίδιο της το δώρισε στο Αϊβαλί ως ψυχομερίδιο*

Έτσι πήγε και έζησε μαζί με τον παρακατιανό σύζυγό της  στην κάτω συνοικία, όπου γρήγορα άρχισαν τα προβλήματα με το σόι του άνδρα της, γιατί δεν ανεχότανε τον ανεξάρτητο χαρακτήρα της και γιατί λέγανε δεν έκανε παιδιά, παρόλο που το φταίξιμο ήταν του άνδρα της.

Έτσι από μια άνετη και πλούσια ζωή, που ζούσε κατάντησε να περνάει με μιζέρια και εξαθλίωση χωρίς να παραπονιέται. Μετά το θάνατο των γονιών της τα δύο αδέλφια της ο Φώτης και ο Αργύρης, της φερότανε ακόμα πιο σκληρά μέχρι, που σε μια, ενδοκοινοτική* σύγκρουση το 1880 φτάσανε να σκοτώσουν και τον άνδρα της.

Τότε πήγε στο Αϊβαλί ο παππούς μου ο Θανάσης την έφερε στο Γαλατά και ζούσε μαζί μας σαν μέλος της οικογένειας.

Εμάς από τότε που γεννηθήκαμε μας φερότανε σα να είμαστε εγγόνια της εμένα ειδικά με ξεχώριζε γιατί μου άρεσε να πηγαίνω στο καμαράκι της για να ακούω ιστορίες που μου αφηγότανε και παραμύθια που μου έλεγε.

Το καλοκαίρι του 1906 ήμουν επτά χρονών λίγο πριν πάω στη πρώτη τάξη, όταν με πήρε και πήγαμε στο βουνό να μαζέψουμε θυμάρι. Απορούσα που έβλεπα να μαζεύουμε τόσο πολύ και απόρησα ακόμα πιο πολύ όταν την είδα την άλλη μέρα, Σάββατο ήταν, να το ρίχνει στο πεζούλι της πόρτας μας, στα περβάζια των παραθύρων, στον αχυρώνα και γύρω από το πηγάδι μας μουρμουρίζοντας.
-Γιαγιά Ανέζω, της είπα, γιατί σκόρπισες το θυμάρι σαυτά τα μέρη;  
Μου χαμογέλασε όπως το συνήθιζε και με πήρε στο καμαράκι της.
-Θα σου πω ένα παραμύθι όπως και εγώ το έμαθα από τους παππούδες μου.
Τα παλιά τα χρόνια ο Ουρανός αγάπησε τη Γη και την πήρε γυναίκα του. Από τότε που γίνανε ανδρόγυνο ο Ουρανός κατέβηκε κι ακούμπησε πάνω στη Γη και δεν άφηνε χώρο να γεννηθούν οι άνθρωποι.

Ο Θεός επειδή ήρθε η εβδόμη ημέρα και έπρεπε να φτιάξει τους ανθρώπους  έψαχνε να βρει τρόπο να ξεκολλήσει τον Ουρανό από τη Γη και να το στείλει ψηλά όταν είδε μια αγελάδα να προσπαθεί να γλύψει τον Ουρανό και αυτός να τραβιέται. Φώναξε τότε τις αγελάδες τις πρόσταξε να γλύφουν τον Ουρανό και εκείνος ανέβηκε εκεί ψηλά, όπου τον βλέπουμε να βρίσκεται σήμερα.
Τότε ο Θεός έκανε τους ανθρώπους αλλά μαζί τους γεννήθηκαν τα αερικά παιδιά του Ουρανού που είχε μέσα στη κοιλιά της η Γη.
Όταν ο Αδάμ και η Εύα διώχτηκαν από τον Παράδεισο, τα αερικά ήταν αυτά που συνάντησαν πρώτα μόλις διάβηκαν την πόρτα του..

Τότε, λένε, πως οι άνθρωποι και τα αερικά έμαθαν να ζούσαν αρμονικά μαζί και οι άνθρωποι τα έβλεπαν να είναι σαν τους αγγέλους να τους βοηθούν και να τους συμπαραστέκονται σε κάθε δυσκολία.

Αυτό μέχρι που οι άνθρωποι θέλησαν να κάμουν κουμάντο στη Φύση οπότε και αυτή τους στέρησε την ικανότητα να τα βλέπουν εκτός από κάποιους που έχουν το χάρισμα να μπορούν και σήμερα να τα νιώθουν και να τα βλέπουν ακόμα όταν είναι γύρω μας.

Γιατί ζούνε γύρω μας και συχνάζουν σε μέρη ήσυχα, όπου δεν κυκλοφορούν συχνά οι άνθρωποι .Έχουν χωριστεί σε δύο κατηγορίες. Τα ξωτικά και οι νεράιδες, που ζούνε στα ποτάμια, στις λίμνες, στις πηγές, στα πυκνά δάση, στις σπηλιές, στις κουφάλες των δέντρων και είναι  κακόβουλα και τα τελεσίμια ,που ζούνε στα πηγάδια, στα κελάρια στους αχυρώνες των σπιτιών ακόμα και μέσα στα σπίτια. Αυτά είναι αγαθά πνεύματα και εμφανίζονται στον ύπνο αλλά και στο ξύπνιο αυτού που τα πιστεύει και θέλουν να τον ειδοποιούν  ή να του στέλνουνε μηνύματα για το καλό ή το κακό που θα το βρει.

Από τα κακά πνεύματα, κάποια θέλουν να μπούνε στα σπίτια και να κάνουν κακό στους ανθρώπους γιαυτό και εμείς κάνουμε διάφορα ξόρκια για να τα εμποδίζουμε. Στο έμπα των σπιτιών είτε στις πόρτες είναι είτε στα παναθύρια το θυμάρι δεν τα αφήνει να περάσουνε γιατί το φοβούνται όπως ο διάβολος το λιβάνι. Μαζί με το σκόρπισμα του θυμαριού λέμε το Πάτερ ημών και σε κάθε πόρτα ή παναθύρι φωνάζουμε το ξόρκι:

Πέφτω κάνω το σταυρό μου
άρμα έχω στο πλευρό μου.
δούλος του Χριστού λογιούμαι
και κανένα δεν φοβούμαι.
-Γιαγιά Ανέζω είδε κανείς ποτέ κακό πνεύμα ή τελεσίμι; τη ρώτησα.
-Όταν έγινα κοπελίτσα ένα τελεσίμι ήρθε στον ύπνο μου και μου είπε , ότι στην ηλικία μου πρέπει να μάθω να εμπιστεύομαι ή το μυαλό ή την καρδιά.

Εσύ μου είπε και πολύ μυαλό έχεις και μεγάλη καρδιά. Κοίταξε να πάρεις τη σωστή απόφαση για το καλό σου. Εγώ αγοράκι μου, μου είπε χαμογελώντας, εμπιστεύτηκα την καρδιά μου.
Αλλά τελεσίμια έχει δει και η μαμά σου πήγαινε να τη ρωτήσεις.
Έφυγα τρέχοντας να πάω να ρωτήσω τη μάνα μου.
-Μανά η γιαγιά Ανέζω μου είπε ότι έχεις δει τελεσίμια αλήθεια είναι;
-Μπρε γιόκα μ’ βρήκες τν ώρα να με ρωτίς. Το βράδ μόλις φάμι θα σι πω.
Το βράδυ έμαθα και για τα τελεσίμια της μάνας μου.

Μόλις έγινα κοριτσάκι, μας στήσανε στο υπόγειο ένα αργαλειό της γιαγιάς Φωτεινής για να μάθουμε εγώ και η Μαρία να υφαίνουμε. Εμένα πού με έχανες, πού με έβρισκες στον αργαλειό να μαθαίνω b, για το στημόνι, το χτένι, τη  σαΐτα, τα αντιά ( το προστάντι και το πισάντι), την ποταμίστρα, τα μιτάρια, την η κουρούνα, το ξυλόχτενο, το μασούρι και τα ποδαρικά.

Για μέρες δεν κοιμόμουνα γιατί ολημερίς ο νους μου ήτανε στον αργαλειό. Ένα βράδυ μεσάνυχτα ήρθε χωρίς να την πάρουνε χαμπάρι και στάθηκε πάνω από το κρεββάτι μου μια πανέμορφη κοπέλα και μου είπε.
-Ζαχαρένια πήγαινε στο υπόγειο όπου είναι ο αργαλειός και σκάψε στο δεξί πίσω πόδι του και εκεί θα βρεις ένα κιούπι, άνοιξέ το, θα είναι γεμάτο λίρες. Πρόσεξε όμως καλά δε θα πεις σε κανένα τίποτε γιατί θα χαθούν οι λίρες και στη θέση τους θα είναι κάρβουνα.
Αυτά μου είπε και χάθηκε.

Σηκώθηκα όσο μπορούσα αθόρυβα, κατέβηκα στο υπόγειο βρήκα ένα τσαπί και πήγα στον αργαλειό προσπαθώντας να το μετακινήσω, να σκάψω όπου  μου υπέδειξε το τελεσίμι.

Ξαφνικά βλέπω μπροστά μου το μικρό μου τον Αναστάση και μου λέει:
- Τι κάνεις εδώ κάτω μωρή λωλή μονάχη σου μες τη μαύρη νύχτα;
Οπότε αναγκάστηκα να του πω για αυτά που μου είπε το τελεσίμι.
Βιαστικοί από την προσδοκία του θησαυρού σκάψαμε ακόμα και με τα χέρια ξεθάψαμε το πιθάρι, που πραγματικά ήταν θαμμένο κάτω από τον αργαλειό και όλο λαχτάρα το ανοίξαμε. Τότε είδαμε πως ήτανε άνθρακες ο θησαυρός. 
Το χωριό μας, όλοι οι Γαλατιανοί λέγανε, πως είναι γεμάτο αερικά γιαυτό και κάθε σπίτι είχε τις δικές του ιστορίες με τελεσίμια και ξωτικά.


{Ενημέρωση}

    Παρακαλώ κατά την αναδημοσίευση να αναγράφετε την πηγή με ενεργό σύνδεσμο προς το tsounami
    Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος απαγορεύεται ρητά η αναδημοσίευση, αντιγραφή, διασκευή ή αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο του περιεχομένου του παρόντος Ιστολογίου, χωρίς την παραπομπή στην πηγή (Νόμος 2121/1993).
    copyright: Tsounami 2019
TSOUNAMI